Συμπληρώνονται σήμερα 52 χρόνια από το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974, ένα από τα σημαντικότερα και πιο τραγικά γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ανατροπή της συνταγματικής τάξης δεν αποτέλεσε ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά την κορύφωση μιας περιόδου έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης, διχασμού και παρεμβάσεων που είχαν προηγηθεί για αρκετά χρόνια.
Τις δεκαετίες του 1960 και των αρχών του 1970, οι σχέσεις μεταξύ της κυβέρνησης του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ και της στρατιωτικής δικτατορίας που κυβερνούσε την Ελλάδα είχαν επιδεινωθεί σημαντικά. Διαφωνίες γύρω από το μέλλον της Κύπρου, την παρουσία Ελλήνων αξιωματικών στην Εθνική Φρουρά και τη δράση της ΕΟΚΑ Β΄ δημιούργησαν ένα ιδιαίτερα τεταμένο πολιτικό κλίμα.
Στις αρχές Ιουλίου 1974, οι εξελίξεις επιταχύνθηκαν. Ο Πρόεδρος Μακάριος ζήτησε την αποχώρηση σημαντικού αριθμού Ελλήνων αξιωματικών από την Εθνική Φρουρά, κατηγορώντας τη χούντα για ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές οδηγήθηκαν σε οριακό σημείο.
Το πρωί της 15ης Ιουλίου 1974 εκδηλώθηκε το πραξικόπημα. Μονάδες της Εθνικής Φρουράς, υπό τις διαταγές αξιωματικών που ακολουθούσαν τις οδηγίες της χούντας των Αθηνών, επιτέθηκαν στο Προεδρικό Μέγαρο και σε άλλες στρατηγικές εγκαταστάσεις στη Λευκωσία. Σφοδρές μάχες σημειώθηκαν τόσο στο Προεδρικό όσο και σε διάφορα σημεία της πρωτεύουσας, ενώ επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, στην Αρχιεπισκοπή, στο Αρχηγείο της Αστυνομίας και σε άλλες κρατικές υπηρεσίες.
Την ώρα της επίθεσης, ο Πρόεδρος Μακάριος βρισκόταν στο Προεδρικό Μέγαρο για προγραμματισμένη συνάντηση με μαθητές. Παρά τους βομβαρδισμούς και τις συγκρούσεις, κατάφερε να διαφύγει από αφύλακτη δίοδο και, μέσω διαδρομών εκτός της πόλης, να φτάσει αρχικά στην περιοχή του Κύκκου και αργότερα στην Πάφο.
Στο μεταξύ, από το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου μεταδιδόταν η ψευδής ανακοίνωση ότι ο Μακάριος είχε σκοτωθεί και ότι οι πραξικοπηματίες είχαν πλέον τον έλεγχο της κατάστασης. Ωστόσο, λίγες ώρες αργότερα, ο ίδιος απηύθυνε διάγγελμα από τον ελεύθερο ραδιοφωνικό σταθμό της Πάφου, δηλώνοντας ότι είναι ζωντανός και καλώντας τον κυπριακό λαό να αντισταθεί στην κατάλυση της δημοκρατίας.
Μετά την επικράτηση του πραξικοπήματος, εγκαταστάθηκε νέα διοίκηση υπό τον Νίκο Σαμψών. Η πολιτική και στρατιωτική κρίση που είχε δημιουργηθεί αποδυνάμωσε σοβαρά την άμυνα της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Πέντε ημέρες αργότερα, στις 20 Ιουλίου 1974, η Τουρκία εξαπέλυσε στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο, επικαλούμενη τα δικαιώματά της ως εγγυήτρια δύναμη. Οι πολεμικές επιχειρήσεις και οι εξελίξεις που ακολούθησαν είχαν ως αποτέλεσμα χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες, αγνοουμένους, μαζικό εκτοπισμό πληθυσμού και την κατοχή περίπου του 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, μια κατάσταση που εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα.
Η 15η Ιουλίου αποτελεί ημέρα μνήμης και περισυλλογής. Υπενθυμίζει τις συνέπειες του διχασμού, της κατάλυσης της δημοκρατικής νομιμότητας και των λανθασμένων πολιτικών επιλογών που οδήγησαν σε μία από τις μεγαλύτερες εθνικές τραγωδίες του κυπριακού ελληνισμού. Παράλληλα, αποτελεί διαρκή υπενθύμιση της ανάγκης διαφύλαξης της δημοκρατίας, της ενότητας και της ειρηνικής συνύπαρξης, με στόχο μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού προβλήματος.

